συμβολή

συμβολή
η
1) соединение; 2) слияние (рек и т. п.); 3) место слияния (рек); 4) вклад, доля; содействие;

ουσιαστική συμβολή — существенный, значительный вклад;

προσφέρω τη συμβολή μου — вносить свой вклад


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "συμβολή" в других словарях:

  • συμβολή — coming together fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβολή — Διάφορα φυσικά φαινόμενα εκδηλώνονται όταν στο χώρο επικαλύπτονται δύο περιοδικές διαταραχές κυματοειδούς τύπου και του αυτού είδους είτε μηχανικής (π.χ. ηχητικά κύματα) είτε ηλεκτρομαγνητικής (π.χ. φωτεινά κύματα) προέλευσης· τα φαινόμενα αυτά… …   Dictionary of Greek

  • συμβολή — η 1. ένωση: Στη συμβολή των δύο ποταμών έχει δημιουργηθεί νησίδα. 2. συνεισφορά: Υπήρξε σημαντική η συμβολή του στην ανανέωση της πολιτικής ζωής της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμβολῇ — συμβολέω meet pres subj mp 2nd sg συμβολέω meet pres ind mp 2nd sg συμβολέω meet pres subj act 3rd sg συμβολῆι , συμβολεύς twister masc dat sg (epic ionic) συμβολή coming together fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άνω Συμβολή — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 38 κάτ.) στην πρώην επαρχία Φυλλίδος του νομού Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κορμίστας …   Dictionary of Greek

  • συμβολῆι — συμβολῇ , συμβολέω meet pres subj mp 2nd sg συμβολῇ , συμβολέω meet pres ind mp 2nd sg συμβολῇ , συμβολέω meet pres subj act 3rd sg συμβολεύς twister masc dat sg (epic ionic) συμβολῇ , συμβολή coming together fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυμβολή — συμβολή , συμβολή coming together fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβολαῖς — συμβολή coming together fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβολαί — συμβολή coming together fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβολήν — συμβολή coming together fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»